ἑλάνη

ἑλάνη ( [full] ἑλένη Hsch.), ,
A torch of reeds, Neanth.4J.; also, bundle of reeds, Nic.Fr.89.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελάνη — Οικισμός (30 κάτ.) του νομού Χαλκιδικής. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κασσάνδρας. * * * ἑλάνη και ἑλένη, η (Α) 1. λαμπάδα 2. δέσμη από καλάμια …   Dictionary of Greek

  • Amerias — (Greek: Ἀμερίας, 3rd century BC) was an ancient Macedonian lexicographer, known for his compilation of a Glossary entitled (Γλῶσσαι Glossai terms,words ). Αnother of his works was called Ῥιζοτομικός, Rhizotomikos (ῥίζα + τέμνειν rhiza + temnein,… …   Wikipedia

  • Kassandra (Gemeinde) — Gemeinde Kassandra Δήμος Κασσάνδρας (Κασσάνδρα) …   Deutsch Wikipedia

  • Kassandreia — Kassandria Κασσάνδρεια DEC …   Deutsch Wikipedia

  • Kassandria — Κασσάνδρεια …   Deutsch Wikipedia

  • Елена — У слова «Елена» есть и другие значения: см. Елена (значения). Елена греческое Род: жен. Другие формы: Алёна, Гелена Производ. формы: Еленка, Лена, Ленуша, Ленуся, Леся, Еленя, Еля, Ела, Елюша, Елюся, Люся, Алёнка, Лёна, Лёся, Лёля[1] …   Википедия

  • Helena, S. (1) — 1S. Helena, (20. April), eine Jungfrau. S. S. Heliena. – Der Name stammt vom Griech. ελένη, ελάνη = die Fackel etc …   Vollständiges Heiligen-Lexikon

  • είλω — εἴλω και εἰλῶ ( έω) και ἴλλω (Α) 1. περικλείω, πιέζω 2. εμποδίζω, προλαβαίνω («Διὸς βουλῇσιν ἐελμένος», Ιλ.) 3. εγκλείω, καλύπτω, προστατεύω («ὑπ ἀσπίδος ἄλκιμον ἦτορ ἔλσας», Καλλίνος) 4. συμπιέζω, συνθλίβω (π.χ. ελιές ή σταφύλια) 5. (για άνθρωπο …   Dictionary of Greek

  • ελένη — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Βλ. λ. Ελένη, Ωραία. 2. Κόρη της Ωραίας Ελένης από τον Πάρη. 3. Κόρη της Κλυταιμνήστρας από τον Αίγισθο. Τη σκότωσε ο ετεροθαλής αδελφός της, Ορέστης. 4. Κόρη του Επιδαμνίου, που υπηρετούσε την Αφροδίτη ως… …   Dictionary of Greek

  • su̯el-2 —     su̯el 2     English meaning: to smoulder, burn     Deutsche Übersetzung: ‘schwelen, brennen”     Material: O.Ind. svárati “radiates, shines “; svargá m. “ sky “; Gk. εἵλη, εἴλη, ἕλη f. “ solar warmth, sunlight “, γέλαν αὐγήν ἡλίου, lak. βέλα… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.